| |
Ο Διεθνούς φήμης Έλληνας με τα μαγικά χέρια
Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1896.
Ο πατέρας του- Ιωάννης- ήταν γιός παππά από το χωριό Τρέσταινα, τη σημερινή Μελισσόπετρα του νομού Αρκαδίας.
Αν ψάξει κανένας το βιογραφικό του, γρήγορα θ’ ανακαλύψει πως κανένας από την οικογένειά του δεν έγινε γνωστός για τις μουσικές του επιδόσεις.
Πάντως- ίσως λόγω της ζωής που ζούσαν δεν το κατάφεραν- η αδελφή του Ελένη είχε δείξει μια σοβαρή κλίση για τη μουσική και γι’ αυτό δεν μπορεί κανένας ν’ αποκλείσει μια σοβαρή προδιάθεση.
Ο πρώτος δάσκαλος του Δημήτρη Μητρόπουλου ήταν ο Αχιλλέας Ντελμπουόνο, ένας Ιταλός πιανίστας που έμενε στην Αθήνα.
Όταν, όμως, ο νεαρός τότε Δημήτρης κατάλαβε πως η μουσική ήταν γι αυτόν η ίδια του η ζωή,το 1910 γράφτηκε στο Ωδείο Αθηνών και φοίτησε εκεί 9 χρόνια, έχοντας τον Γεώργιο Αγαπητό δάσκαλο για ένα χρόνο, τον Θησέα Πίνδιο για δυο χρόνια και τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη στα θεωρητικά ως το 1911. Τον επόμενο χρόνο ο Βέλγος συνθέτης και διευθυντής ορχήστρας, ο Αρμάν Μαρσίκ, βλέποντας το ταλέντο του νεαρού Δημήτρη, ανέλαβε να τον διδάξει αρμονία, αντίστιξη και φούγκα ενώ πιάνο συνέχισε με τον Γερμανό πιανίστα Λούντβιχ Βάσσενχόβεν. Και οι δύο αυτοί δάσκαλοι έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη μετέπειτα εξέλιξή του. Ο μεν Βάσσενχόβεν τον όπλισε με τέτοια εφόδια που, χωρίς καμμιά υπερβολή, θα μπορούσε να αναζητήσει κανένας μόνο σε μεγάλους πιανίστες, ο δε Μαρσίκ εκτός του ότι του μεταβίβασε τις γνώσεις και την πείρα του, του εξασφάλισε και τις προϋποθέσεις για την ομαλή και συνάμα πολύπλευρη ανάπτυξη του ταλέντου του.
Έτσι ο «υπό γένεσην» καλλιτέχνης είχε την ευκαιρία να μετέχει σαν μουσικός (έπαιζε κρουστά) στην ορχήστρα του Ωδείου που διηύθυνε ο δάσκαλός του, να εμφανίζεται μαζί του σε συναυλίες, να συνοδεύει στο πιάνο συναδέλφους του σπουδαστές του τραγουδιού ή του βιολιού. Ο Μαρσίκ, επίσης, ήταν εκείνος που για πρώτη φορά του εμπιστεύτηκε την μπαγκέττα στη συναυλία που έδωσε η Συμφωνική Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών τον Μάιο του 1915 στην Αθήνα, όπου ο Μητρόπουλος διηύθηνε σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση τη σύνθεσή του «Ταφή».
Τον Ιούνιο του 1919 ο προικισμένος νέος πήρε δίπλωμα σολίστα πιάνου με άριστα παμψηφεί. Η εξεταστική επιτροπή για την ιδιαίτερη επίδοσή του, του απένειμε το «Χρυσό μετάλλιο Ιφιγενείας και Ανδρέα Συγγρού».
‘Οσο καιρό σπούδαζε στην Αθήνα ο Δημήτρης Μητρόπουλος έγραψε και διάφορα έργα, όπως: « Χορός των Φαύνων» σκέρτσο φανταστικ (1915), «Μπεατρίς», σκέρτσο για πιάνο (1916), «Σκηνές από τον Στρατώνα» για πιάνο (1917), «Κρητική γιορτή, για πιάνο (1919), «Η ψυχή μου» σονάτα για πιάνο και πολλά άλλα.
Το καλοκαίρι του 1920 τον στέλνει με υποτροφία το Ωδείο Αθηνών στις Βρυξέλλες, για να συμπληρώσει τις σπουδές του στη σύνθεση, στο Conservatoire Royale de Musique. Εκείνος, όμως, δε φοίτησε στο Conservatoire παρά πήρε
ιδιωτικά μαθήματα από τους Πωλ Ζιλσόν (συνθέτη) και Αλφόνς Ντεσμέ (όργανο). Στο Βέλγιο έμεινε για ένα χρόνο και μετά πήγε στο Βερολίνο κι εγκαταστάθηκε εκεί.
Πολύ συχνά γράφεται πως εκεί φοίτησε στην τάξη του Φερρούτσιο Μπουζόνι. Από τ’ αρχεία, όμως, της Ακαδημίας των Τεχνών δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Είχε, βέβαια, γνωριστεί μαζί του κι έζησε στον κύκλο του που σύχναζαν ζωγράφοι, συγγραφείς, συνθέτες.
Η συνάντησή του αυτή με τον μεγάλο πιανίστα, διευθυντή ορχήστρας και αισθητικής της μουσικής, έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή της καλλιτεχνικής του προσωπικότητας. Τα τρία χρόνια που έμεινε ο Μητρόπουλος στο Βερολίνο στάθηκαν αποφασιστικός σταθμός για την καριέρα του. Εκεί έκανε τα πρώτα του βήματα σαν μουσικός, συνεργάστηκε με μαέστρους και παράλληλα είχε την ευκαιρία ν’ ακούσει και να δει να διευθύνουν ο Άρτουρ Νίκς και ο Βίλχελμ Φουρτβένγκλερ. O Μητρόπουλος – πνεύμα ανήσυχο και ερευνητικό – επωφελήθηκε από την εκεί παραμονή του όπου τα ρεύματα των κοσμογονικών εξελίξεων στη μουσική διασταυρώνονταν.
Το καλοκαίρι του 1924 επέστρεψε στην Αθήνα κι αποφάσισε πλέον να εγκατασταθεί, οριστικά, εδώ. Η Ελλάδα τότε είχε τα προβλήματα της Μικρασιατικής καταστροφής και οι προοπτικές για μια σταδιοδρομία εδώ δεν ήταν και πολύ αισιόδοξες. Ευτυχώς για τον Μητρόπουλο εκείνη τη στιγμή ο ιδρυτής και διευθυντής του Ελληνικού Ωδείου, ο Μανώλης Καλομοίρης, τον πρότεινε ν’ αναλάβει συνδιευθυντής της Συμφωνικής Ορχήστρας του Ελληνικού Ωδείου. Ο Μητρόπουλος δέχτηκε κι έτσι άρχισε τη σταδιοδρομία του σαν μαέστρος. Λίγα χρόνια αργότερα συγχωνεύτηκαν οι δύο ορχήστρες του Ωδείου Αθηνών και του Ελληνικού. Από το 1927, όμως, που αυτή η ορχήστρα διαλύθηκε ως το 1937 ήταν αρχιμουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας του Ωδεόυ Αθηνών που είχε, στο μεταξύ, ανασυγκροτηθεί.
Ο Δημήτρης Μητρόπουλος παρ’ όλο που αντιμετώπισε όλα αυτά τα χρόνια πολλά και σοβαρά προβλήματα, πέτυχε να συσπειρώσει τους μουσικούς γύρω του, να τους μεταδόσει την πολύτιμη πείρα του έτσι ώστε η «ελληνική ορχήστρα» κάτω από τη δική του μπαγκέττα να γωρίσει μια μοναδική άνθηση στην ιστορία της. Μεγάλοι καλλιτέχνες όπως ο 'Αρθουρ Ρουμπιστάιν, ο Αλφρέ Κορτώ, ο Βιλχελμ Κεμπφ κ.ά. ήρθαν εκείνο τον καιρό στην Αθήνα και συνεργάστηκαν μαζί του.
Οι εντυπώσεις όλων ήταν άριστες και ενθουσιώδεις και τις μετέφεραν οι φιλοξενούμενοι στα μουσικά κέντρα της Ευρώπης. Οι πόρτες είχαν, πια, ανοίξει για τον Έλληνα μαέστρο. Έτσι τον Φεβρουάριο του 1930 εμφανίστηκε ο Μητρόπουλος στη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου με τριπλή ιδιότητα: του μαέστρου, τον πιανίστα και τον συνθέτη!
Τα επόμενα χρόνια διηύθυνε τη Συμφωνική Ορχήστρα του Παρισιού, της Εθνικής ακαδημίας της Σάντα Τσετσίλια, την Κρατική Φιλαρμονική της Μόσχας, του Λένιγκραντ, του Θεάτρου της Σκάλας του Μιλάνου κ.ά.
Από το 1924 ως το 1937 συνέθεσε άλλα 9 έργα, χορωδιακά τραγούδια μεταγραφές πρελουδίων για Όργανο, για ορχήστρα εγχόρδων κ.τ.λ.
Το 1936 πήγε για πρώτη φορά στην Αμερική και διηύθυνε τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστώνης με μεγάλη επιτυχία. Ο δρόμος για την Αμερική είχε ανοίξει για τον Έλληνα Μαέστρο. Υπέγραψε συμβόλαιο με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Μινεάπολης στην οποία έμεινε μόνιμος αρχιμουσικός ως το 1949, πραγματοποιώντας περιοδείες σε πόλεις των Η.Π.Α και του Καναδά.
Το 1949 διορίστηκε συνδιευθυντής της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Ν. Υόρκης μαζί με τον Λεοπόλδο Στοκόφσκι, ο οποίος τον επόμενο χρόνο αποσύρθηκε και ο Μητρόπουλος ανέλαβε τα καθήκοντα του αρχιμουσικού και του καλλιτεχνικού διευθυντή.
Σε άπειρα φεστιβάλ, όπερες, θέατρα, ορχήστρες όλων των κρατών, ο Μητρόπουλος ήταν πάντα ο μαέστρος. Το 1959 έπαθε, δυστυχώς μια σοβαρή καρδιακή προσβολή πολύ χειρότερη από κάποια που είχε πάθει το 1953.
Η διάγνωση ήταν πως «αν ήθελε να ζήσει, έπρεπε να πάψει να διευθύνει». Όμως για τον Μητρόπουλο το να μη διευθύνει ήταν σαν να είχε ήδη πάψει να ζει. Γι αυτό κι αποφάσισε να συνεχίσει διευθύνοντας την ορχήστρα του έως εκεί που θα του επέτρεπαν οι δυνάμεις του.
Στις 2 Νοεμβρίου του 1960, πάνω στο πόντιουμ της Σκάλας του Μιλάνου έπαθε την τελευταία καρδιακή προσβολή που ήταν και η «τελεία» της ζωής του μαζί με τη μουσική του καριέρα.
Σύμφωνα με την επιθυμία του η σωρός του κάηκε και η τέφρα του τοποθετήθηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.
Μπορεί ο Μητρόπουλος, σαν θνητός, να μην υπάρχει, πια κοντά μας, η πατρίδα του όμως, η Ελλάδα, τον τίμησε δίνοντας το όνομά του σε μια ξεχωριστή αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.
Η φήμη του και η δόξα του θα είναι παντοτινά μαζί μας σαν μια τιμητική προσφορά του κόσμου της τέχνης στην πατρίδα του, την Ελλάδα!
|